Μοιράσου
Arrival Movie Review

Είσαι ό,τι μιλάς

Από το 2000, όπου συστήθηκε στο ευρύ κοινό με το Maelstrom, κάθε ταινία του Denis Villeneuve αποδεικνύεται και μια μικρή αποκάλυψη. Ο σκηνοθέτης – σεναριογράφος από το Quebec έχει πλέον στο όνομά του 7 μεγάλου μήκους σκηνοθετικές απόπειρες, η καθεμία με τις δικές της ξεχωριστές ιδιαιτερότητες. Βλέποντας μια συνολική εικόνα της φιλμογραφίας του, το πρώτο που παρατηρεί κανείς είναι το εκπληκτικό του εύρος σε κινηματογραφικά είδη και θεματολογία, που θα ζήλευαν ακόμα και σκηνοθέτες με τριπλάσια χρόνια “στο κουρμπέτι”.  Ο Καναδός έχει κάνει μικρότερες “καλλιτεχνικές” παραγωγές όπως το προαναφερθέν ντεμπούτο του, μια περίεργη ιστορία υπαρξιακών προεκτάσεων διαποτισμένη με σουρεαλιστικές πινελιές μαύρης κωμωδίας, το “Polytechnique” (2009), μια σοκαριστικά ρεαλιστική δραματοποίηση της αιματηρής επίθεσης στο πολυτεχνείο του Montreal το 1989, αλλά, και το πειραματικό και πλήρως αντισυμβατικό σε θέματα αφήγησης “Enemy” (2013),  με τον Jake Gylleghaal, το οποίο μάλιστα δεν βρήκε ευρεία διανομή ούτε καν στην Αμερική.

Έχει κάνει φιλόδοξα -Χολιγουντιανά και μη- δράματα (Incendies, Prisoners) ενώ το πέρασμά του από το αστυνομικό δράμα με το περσινό Sicario ήταν, κατά την άποψή μου, κινηματογραφικά μνημειώδες. Σε όλες αυτές τις ταινίες εγώ διακρίνω μόλις δύο κοινά σημεία: πρώτον, τη προτίμησή του σε αμφιλεγόμενους χαρακτήρες – ή ακόμα πιο σωστά, σε χαρακτήρες με αμφιλεγόμενες αποφάσεις, που φανερώνει καθαρά μια διάθεση εξερεύνησης θεμάτων όπου η ηθική “γκριζάρει” και οι έννοιες του “σωστού” και του “λάθους” είναι ρευστές. Δεύτερον, όλες οι ταινίες του είναι εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους, στοιχείο – απόδειξη πως ο Villeneuve είναι περισσότερο ένας σκεπτόμενος και ικανότατος τεχνίτης που βρίσκεται πιο κοντά στο προφίλ ενός Kubrick ή ενός Coppola παρά σε αυτό ενός Bergman ή ενός Tarkovsky που έκαναν καθαρά προσωπική τέχνη με τις εμμονές και τους “δαίμονές” τους. Κοινώς, παρόλο που είναι Καναδός, οι ικανότητές και η προσέγγισή του ταιριάζουν γάντι εντός του Hollywood. Το Arrival λοιπόν, τιμώντας την παράδοση του σκηνοθέτη του, είναι κι αυτό, κάτι τελείως διαφορετικό απ’ ότι έχει κάνει μέχρι σήμερα.

Είναι μια ταινία επιστημονικής φαντασίας που αφηγείται την ιστορία της Louise Banks (Amy Adams), μιας γλωσσολόγου που επιστρατεύεται από την κυβέρνηση των Η.Π.Α., όταν εξωγήινοι προσγειώνονται σε διάφορα σημεία της γης. Η δουλειά της: σε συνεργασία με άλλους επιστήμονες να επιχειρήσουν να επικοινωνήσουν με τους εξωγήινους για να εξακριβωθεί ο σκοπός της άφιξής τους στον πλανήτη μας. Δυστυχώς για εμένα, το Arrival είναι από αυτές τις ταινίες που είναι δύσκολο να γράψεις πραγματικό review. Η έλλειψη πληροφοριών για την πλοκή αλλά και την δομή της ταινίας, είναι εκατό τοις εκατό ευεργετική για οποιονδήποτε θέλει να την απολαύσει όπως της αξίζει. Ο ανυποψίαστος θεατής, στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι ο καλύτερος θεατής. Οπότε, συγχωρέστε με αν προβώ σε χαρακτηρισμούς που είναι αδύνατον να δικαιολογήσω με απτά, αναλυτικά επιχειρήματα μέσα από την ταινία, φοβούμενος μην προδώσω πληροφορίες που θα μπορούσαν να μειώσουν την ευχαρίστηση του έργου.

Έχοντας διευκρινίσει αυτά, το πρώτο που θέλω να γράψω είναι πως το Arrival είναι ένα σκηνοθετικό και οπτικό επίτευγμα. Ο Villeneuve και η ομάδα του, αξίζουν τα εύσημα σε οτιδήποτε έχει να κάνει με την αισθητική, την ατμόσφαιρα και τη ροή του έργου. Τα αργόσυρτα και “υπολογισμένα” πλάνα του, σε συνδυασμό με την απόκοσμη μουσική τού -σχεδόν- μόνιμου τα τελευταία χρόνια συνεργάτη του, Johan Johansson και την “μουντή”, “βαριά” φωτογραφία, συνθέτουν ένα αποτέλεσμα που από τη μια “πατάει” στην επιβλητική “παγωμάρα” του Kubrick και από την άλλη, στην υπαινικτική εκφραστικότητα του Spielberg. Ο Καναδός στηρίζεται αρχικά στη δύναμη της υποβολής, για να χτίσει μεθοδικά ένα κλιμακούμενο δέος και να καταλήξει σε μια σκηνή “πρώτης επαφής” που στα μάτια μου, είναι ήδη κλασική. Το εντυπωσιακό είναι πως αυτό το δέος εδραιώνεται και παραμένει καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας, ακόμα και μετά από εκτεταμένη “επαφή” με τους εξωγήινους. Ξέρουμε πόσο εύκολα απομυθοποιούνται και χάνουν το ενδιαφέρον τους παρόμοια “όντα”, που στηρίζονται στο μυστήριο και το “άγνωστο” που τα περιβάλλει, όταν όλο αυτό εξανεμίζεται στο πρώτο ξεκάθαρο πλάνο.

Εδώ, από τον σχεδιασμό τους και κυρίως από τον τρόπο με τον οποίο προβάλλονται στην οθόνη σε συνδυασμό με το καλογραμμένο σενάριο, δεν χάνουν ποτέ την επίδρασή τους στον θεατή που προσπαθεί ανελλιπώς να τα “αποκρυπτογραφήσει” και να τα “ψυχολογήσει”. Όλο αυτό το παιχνίδι “γραπώνει” το ενδιαφέρον του και δεν το αφήνει στιγμή, μέχρι να πέσουν οι τίτλοι. Το ίδιο πετυχημένη είναι και η οπτική αναπαράσταση της εξωγήινης γραπτής γλώσσας που “πείθει” με την ανατρεπτική, για την ανθρώπινη λογική, φύση της και τη λειτουργικότητά της. Παρόλα αυτά, το Arrival δεν είναι μια ταινία για (τους) εξωγήινους αλλά μια ταινία με εξωγήινους. Στον πυρήνα του είναι μια βαθιά, ανθρώπινη, “προσγειωμένη” ιστορία ειπωμένη αποκλειστικά μέσα από τα “μάτια” της Louise, ενώ, ταυτόχρονα, όπως κάθε σκεπτόμενο sci-fi, καταφέρνει να θίξει ενδιαφέροντα φιλοσοφικά ζητήματα.

Αυτός ο ισορροπημένος και αλληλένδετος συνδυασμός “καρδιάς” και “μυαλού” είναι που δίνει στην ταινία την έντονη συναισθηματική πυγμή της, ωστόσο, θα προτιμήσω να μην επεκταθώ περαιτέρω στα πιο “ευαίσθητα” κομμάτια της. Αντιθέτως, νομίζω μπορώ να στραφώ χωρίς σοβαρούς “κινδύνους” στο φιλοσοφικό της μέτωπο όπου στο επίκεντρο βρίσκεται η γλώσσα και πιο συγκεκριμένα, η ιδέα πως δεν είναι απλά ένα εργαλείο επικοινωνίας αλλά ένα μέσο αντίληψης της πραγματικότητας. Όχι μόνο ο εκφραστής δηλαδή, αλλά και ο διαμορφωτής της σκέψης μας. Και ενώ όλη η ανάπτυξη της ιδέας είναι φανταστική από όλες τις απόψεις, είναι κρίμα που στο φινάλε της, ο Villeneuve καταλήγει σε μια “εύκολη”, μέχρι και επιπόλαιη θα έλεγα, ψευτό-αισιόδοξη δήλωση. Νομίζω γίνεται φανερή η αγωνία του να κάνει την ταινία λίγο πιο “εύπεπτη” για το ευρύ κοινό, μια αγωνία που μεταφράζεται και στην ανάγκη του να δώσει απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα ή να κλείσει με ένα “γλυκανάλατο” και κάπως “πιεσμένο” μήνυμα οικουμενικής ενότητας, την ώρα μάλιστα, που στην αποτύπωση κάποιων εθνικοτήτων παραμένει στην μονοδιάστατη, στερεοτυπική “Αμερικάνικη” εικόνα.

Γι’ αυτό, θεωρώ πως το τελευταίο μέρος της ταινίας είναι και το πιο αδύναμο. Βέβαια, οφείλω να ομολογήσω πως αυτή η αρνητικότητα για το κλείσιμο της ταινίας πηγάζει εν μέρει και από την επαφή μου με το διήγημα του Ted Chiang, πάνω στο οποίο βασίζεται η ταινία και που κατά την άποψή μου, επιτυγχάνεται από τον συγγραφέα μια πιο μεστή και “προσγειωμένη” ολοκλήρωση. Φίλοι μου που παρακολούθησαν την ταινία δεν ασπάστηκαν την άποψή μου, ίσως επειδή δεν είχαν το μέτρο σύγκρισης της αυθεντικής ιστορίας, ίσως και όχι. Ευτυχώς πάντως, αυτή η -κατά την άποψή μου- αδυναμία αναφέρεται μονάχα σε κάποιες “εύκολες” και κάπως “τραβηγμένες” σεναριακές λύσεις και όχι στη σκηνοθετική του αποτύπωση που όσο κορυφώνεται η ταινία, αυτή εξακολουθεί τα “μαγικά” της και κρατά τον θεατή “όμηρο” του ρυθμού της. Το μοντάζ, το οποίο αποτελεί ίσως το σημαντικότερο εργαλείο αφήγησης αυτής της ιστορίας, είναι υποδειγματικά ζυγισμένο και δίνει όλη τη “δυναμική” που χρειάζεται η ταινία, ιδίως στο τέλος. Τέλος, η ερμηνεία της Amy Adams είναι σίγουρα κάτι παραπάνω από διεκπεραιωτική αλλά δεν μπαίνει ποτέ σε “πρώτο πλάνο”.

Ίσως βέβαια αυτή να είναι και η επιτυχία της: η φυσικότητα με την οποία υποδύεται έναν ρόλο που δεν έχει “αβανταδόρικες” σκηνές και εξάρσεις αλλά χαρακτηρίζεται από μια συγκρατημένη θλίψη και μελαγχολία. Εν κατακλείδι, το Arrival είναι μια άρτια υλοποιημένη ταινία, με πρωτότυπη θεματολογία και αυθεντικό συναίσθημα. Οι όποιες ενστάσεις έχω όσον αφορά το κλείσιμο της ιστορίας και των “εύπεπτων” μηνυμάτων της, δεν μπορεί να μειώσει το γεγονός πως η ταινία του Villeneuve είναι μια από τις πιο “ηλεκτρισμένες” και καθηλωτικές εμπειρίες που θα βιώσετε φέτος σε μια σκοτεινή αίθουσα.  Μετά τα Interstellar, Gravity, Her και Ex Machina, το Arrival έρχεται να συνεχίσει το σερί των εξαιρετικών sci-fi ταινιών των τελευταίων χρόνων, υπενθυμίζοντας μας, πως ενδεχομένως, να διανύουμε μια σύγχρονη “χρυσή εποχή” για το είδος.

Υ.Γ. Μικρή υπενθύμιση: ο Villeneuve και ο Johansson θα ξανασυνεργαστούν στο επερχόμενο Blade Runner 2.

 

 

Άφησε το σχόλιο σου